ευθύτητα


ευθύτητα
[эфтитита] ουσ. Θ. прямолинейность, прямодушие.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ευθύτητα" в других словарях:

  • ευθύτητα — η (ΑΜ εὐθύτης) [ευθύς] 1. ευθύγραμμη διεύθυνση 2. εντιμότητα, ειλικρίνεια (α. «ευθύτητα χαρακτήρα» β. «λατρεύσατε Αὐτὸν ἐν εὐθύτητι καὶ δικαιοσύνῃ», ΠΔ) αρχ. μσν. η κατεύθυνση, η πορεία («ἡ εὐθύτης τῶν πραγμάτων», Ιωάνν. Χρυσ.) αρχ. φρ. «ἡ… …   Dictionary of Greek

  • ευθύτητα — η 1. η ιδιότητα που έχει ο ευθύς, η ισιάδα. 2. μτφ., τιμιότητα, ειλικρίνεια: Είναι γνωστός για την ευθύτητά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐθύτητα — εὐθύτης straightness fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ντρέτο — και ντρίτος, η, ο (Μ ντρέτος και ντρίτος, η, ον) 1. ευθύς, ίσιος 2. (για πρόσ.) ευθύς στον χαρακτήρα και στους τρόπους, ειλικρινής, τίμιος, ντόμπρος μσν. το ουδ. ως ουσ. τὸ ντρέτο ευθύτητα, ειλικρίνεια. επίρρ... ντρέτα (Μ) 1. ίσια, στην ίδια… …   Dictionary of Greek

  • τίμιος — α, ο / τίμιος, ία, ον, ΝΜΑ θηλ. και ος, Α [τιμή] (για πρόσ.) ο άξιος τιμής και σεβασμού, αξιότιμος νεοελλ. 1. (για πρόσ.) αυτός που έχει συναίσθηση τής ατομικής αξιοπρέπειας και τηρεί τους κανόνες τής ηθικής, έντιμος, ηθικός 2. αυτός που εκτελεί… …   Dictionary of Greek

  • αλφαδιά — η [αλφάδι] 1. η ευθύτητα και (συνήθως η οριζοντιότητα) μιας επιφάνειας 2. η οριζόντια ευθυγράμμιση τών κορυφών ή τών επιφανειών διαφόρων αντικειμένων …   Dictionary of Greek

  • γνησιότητα — η (AM γνησιότης) [γνήσιος] 1. (για παιδιά) το να προέρχονται από νόμιμο γάμο 2. η αυθεντικότητα 3. η ευθύτητα, η ειλικρίνεια …   Dictionary of Greek

  • ειλικρίνεια — η (AM εἰλικρίνεια) η ιδιότητα τού ειλικρινούς, ευθύτητα, τιμιότητα αρχ. 1. καθαρότητα, διαύγεια («εἰλικρίνεια ἀέρος») 2. η καθαρότητα σε αντίθεση προς την ανάμιξη («κατὰ τὴν πρὸς ἄλληλα μῑξιν καὶ εἰλίκρινειαν αὐτῶν») …   Dictionary of Greek

  • ενεργώ — και ενεργάω (AM ἐνεργῶ, έω) [ενεργός] 1. (με εμπρόθ. προσδ. ή επίρρ.) συμπεριφέρομαι («ενεργώ κατά συνείδηση», «σωστά ενήργησες») 2. εκτελώ, διεξάγω, επιχειρώ κάτι (α. «ενεργώ έρευνα, επιθεώρηση, έφοδο» κ.λπ. β. «ἐνήργουν τά τοῡ πολέμου», Πολύβ.) …   Dictionary of Greek

  • επιείκεια — Όρος που στην περιοχή του δικαίου έχει προσκτήσει ποικίλες έννοιες. Στην αριστοτελική ηθική φιλοσοφία (Ηθικά Νικομάχεια, κεφ. Ε 14.1137 b, 26 επ.) το «επιεικές» είναι η βαθύτερη, πληρέστερη, περιεκτικότερη πραγμάτωση της δικαιοσύνης, που ο νόμος …   Dictionary of Greek